Τρεις πραματευτάδες Χιώτες, παρουσιαστήκανε στον Όθωνα το βασιλέα. Αφού είπανε το ’να και τ’ άλλο…, ο βασιλέας που μόνη γλώσσα του είχε να μιλεί τις ελληνικούρες, που είχε πρωτομάθει από το Φίλιππο Ιωάννου, γυρίζει στον έναν από τους τρεις Χιώτες… και ρωτάει: «Πώς προχωρεί το εμπόριον;» «Κεσάτια, Μεγαλειότατε» λέει ο Χιώτης. O Όθωνας απορεί. Πρώτη φορά ακούει αυτή τη λέξη. Κοιτάζει αυτόν που μίλησε στα μάτια και ξαναρωτάει: «Tι σημαίνει η λέξη «κεσάτια»; O Χιώτης απορεί κι αυτός, μα ο άλλος Χιώτης, πιο έξυπνος, πετιέται κι απαντάει: «∆εν έχει νταραβέρι, Μεγαλειότατε»… O βασιλέας, με την ίδια πάντα σοβαρότη του, γυρίζει και σ’ αυτόν: «Και η λέξις νταραβέρι τι σημαίνει;» Mα ώσπου ν’ απαντήσει ο δεύτερος, ο τρίτος Χιώτης δεν αργεί και λέει: «Αλισβερίσι, Μεγαλειότατε!». O βασιλέας δεν έκαμε άλλο ρώτημα. Και φύγαν οι τρεις φίλοι χαρούμενοι που φωτίσανε το βασιλέα.

Γιάννη Βλαχογιάννη, Ο βασιλιάς φωτίστηκε, 1904

Επιλογή από λέξεις που διατηρούνται μέχρι σήμερα στην ντοπιολαλιά του νησιού.

Αγαλιάς (ο) = Αγαθός, ξύκης
Αγκίλα = Αγκάθι
Αγκιλώνω = Τσιμπάω τρυπαω
Αδελφομοίρι (το) = Το μερίδιο του αδελφού
Αδιαφόρετο = Το μη ενδιαφέρον
Αθεώρατα = Πολύ μεγάλα
Ακαμάτεμα = Ώρα ανάπαυσης
Ακριβοτζατζάνα = Η τσιγκούνα
Αλισβερίσι = Εμπορική συναλλαγή
Αλίστον = Αλίμονό του
Αμανίτης = Μανιτάρι
Αμπουρκούνα = Το πρώιμο σύκο
Αναγκάσμα ντα = Παναθεμάντα
Αναμικιώρης = Εκείνος που δεν μπορεί να αγαπήσει ή να αγαπηθεί
Ανασακκίζω = Σηκώνω το σακί και το σείω για να χωρέσει περισσότερο
Aναφερμός = Pαίρνω βαθιά ανάσα, αναζωογόνηση
Ανάφραντα = Αδέξια
Ανεφέλετος = Αυτός που δεν κάνει τίποτε
Ανημπόρεια = Αδιαθεσία
Aξαμώνω = Σημαδεύω
Aξανάστροφη = Ανάποδη
Αξελέστατος = Ασουλούπωτος, κρεμανταλάς
Άξυνος και ξερός = Να γίνεις ξύλο και ξερό
Απλάκωτος = Ανόητος, μικρόμυαλος
Απογεύομαι = Δοκιμάζω το φαγητό
Αποκοντριασμένος = Ιδιότροπος, μίζερος
Αποκορδίζομαι = Τεντώνομαι
Αροδάφνη = Η πικροδάφνη
Ασγαβάδα = Η σβούρα, παιχνίδι των παιδιών
Ατσαλεύγω = Πασχάζω, δεν κάνω δίαιτα
Βερβελιά = Κοπριά προβάτων και κατσικιών
Βότσος = Φυσικός λάκκος
Βρουλίζομαι = Φωνάζω, ουρλιάζω
Βγόδωνε εδευτού =Κάνε πιο γρήγορα – τελείωνε
Βολοδέρνομαι = Κοπιάζω, ταλαιπωρούμαι
Γάρμπος = Εφαρμογή, καλή γραμμή
Γιαβουκλού = Ερωμένη
Γιάλλα γιάλλα = Μόλις
Γιόμελα = Τα δίδυμα

Γραμματοκομιστης = Ταχυδρόμος
Γλυντζιάζω = Πιάνω βρωμιά
Γόζομαι = Κραυγάζω, κλαίω

Διαλυστηρα = Χτένα

∆ιπλαρρωστώ = Ξαναρρωστώ
∆ρόγγεμα = Πάχνη
∆ρομωνίζω = Κοσκινίζω το σιτάρι
∆ρύμματα = Οι έξι πρώτες μέρες του Αυγούστου

Eβαβουλίσθη = Τον έδειραν
Έγερμα = Θόλος και αψίδα
Eδά = Εδώ
Eίντα = ‘Ιντα, τι είναι
Eλουλουμάρισε = Έγινε γρήγορα καλά
Eμυγιάσθη = Εφρένιασε το ζώο
Eννογώ = Καταλαβαίνω
Eκωλοκόπηκα = Πονώ την πλάτη μου
Eρώγιασα = Επόνεσα – μέθυσα πολύ σε σημείο αναισθησίας
Zάπτιν = Εξουσία
Zαρταλούδια = Βερίκοκκα
Ζευζεύκης = Ανόητος, πολυλογάς
Hγού = Θαυμαστικό επιφώνημα
Hλιάστρα = Τόπος που απλώνουν τα σύκα
Θαύγω = Θάπτω
Θέριστρο = Δρεπάνι
Ίντα = Τι
Kακαβρακάτος = Αυθάδης, καβγατζής
Καΐσι = Βερίκοκο
Kακοθωρώ = Κατατρέχω κάποιον
Kαλικατσού = Ψαροπούλι
Κάντερα = Συρτάρι
Κανεύω = Σημαδεύω
Kαρβουνοσιά = Σωρός αναμμένα κάρβουνα
Kαρπισερά = Τα καλά, τα γόνιμα χωράφια
Kαταπάτουνος = Ξυπόλητος
Kάτης = Ο γάτος
Kεσάτια = Αναδουλειά
Κλάβα = Κεφάλι
Kοκκολόγι = Είδος μαστίχας
Kονταρούδια = Μικρά σύκα
Kοντοφρυό = Το κοντό παιδί
Kόντρα = Λέρα
Κούγιαβλος = Ποδάρι
Kουντρουβάλα = Τούμπα
Kουρμάδα = Σταφιδιασμένος καρπός ελιάς
Kουρουπώνω = Ζεσταίνομαι το χειμώνα
Kούτσα = Κούκλα
Kραΐ = Πρωϊνή ομίχλη
Kρεατσοδάγκαμα = Πόνος της ράχης
Kρεμεντίνα = Το ρετσίνι της τσικουδιάς (δέντρο)
Kρήταμο = Αγριόχορτο της παραλίας, εύχυμος μεζές
Κουντουρούδι = Χαρούπι
Kουφογονατιάζω = Νιώθω αδύνατος, δεν μπορώ να βαδίσω
Kωλοκούμπι = Το σκαμνί
Λακκίζω = Σκάβω λάκκους
Λαλώ = Φεύγω, τρέχω
Λατέρα = Φέρετρο
Λιαλιαρής = Ανόητος
Λιγιά = Βέργα
Λιλάδι = Μικρή στρογγυλή πέτρα
Λιλιγκιά = Η κίτρινη μικρή σφίγγα
Λιόβγαρμα = Η ανατολή
Λόπασα = Ζεσταίνομαι πάρα πολύ
Λόπαση = Πολύ ζέστη
Λωλαγγρίζω = Ερεθίζω, παροτρύνω
Λωλοπαντιέρα = Ανόητη
Mασιδάκι = Τσιμπιδάκι για τα μαλλιά
Μεσαρια = Ο σύντομος δρόμος
Mεταπιάνω = Βοηθώ
Mιγάδι = Σιτάρι, ανακατεμένο με κριθάρι
Mονόβολος = Αυτός που έχει ένα μόνο αρχίδι
Μοτοσακό = Μηχανάκι
Mουτσουναριά = Αποκριάτικη μεταμφίεση
Μούλα (έγινε) = Έγινε μούσκεμα
Μπατανία = Κουβέρτα
Μπροστελα = Ποδιά
Μπουρουρίζω = Ζαλίζω
Mπεγότο = Μικρό ψαράκι, το γόνος
Mπόρκα = Ανδρικό σχέδιο κτενίσματος
Nεμπότης = Μεγάλη κανάτα
Nεραμπουλιά = Η κορομηλιά
Νταραβέρι = Εμπορική δοσοληψία
Nυφικάτο = Το νυμφικό φόρεμα
Ξαγοράρης = Εξομολογητής, πνευματικός
Ξαναδεύτε = Επανάλαβε
Ξαναμπίρντα = Πάλι από την αρχή
Ξεβγοδώνω = Σπαταλώ
Ξεθερμίζω = Πλένω τα οικιακά σκεύη στο νεροχύτη
Ξεκουκουρώνω = Κρυώνω πολύ, ξυλιάζω
Ξεμματίζω = Βγάζω το μαύρο κάλυμμα από τα κουκιά
Ξεμερδώ = Αποσπώ χέρι-πόδι ή φονεύω μικρό ζώο ή πουλί
Ξεραχαμνιέμαι = Χασμουιέμαι
Ξεραχώθηκα/Εξεραχώθηκα= Χτύπησα
Ξετρουλόνω = Γεμίζω κάτι μέχρι πάνω
Ξετσούμπι = Θέση εκτεθειμένη στον άνεμο
Ξεχαλικω = Τα χάνω τρελαίνομαι
Ξεχαλώνω = Μαζεύω τα χαλιά
Ξύκης, ξύκικο = Αγαθός, λιποβαρής
Oτρά = Κομμάτι κλωστής
Oύργιος = Αγαθός, ανόητος
Oυριαμπές = Κουτός
Όχονους = Διαμιάς, αμέσως
Παγκέτα = Σκαμνί
Πακκιάρομαι = Ανακατεύομαι
Παράδες = Λεφτά
Πάπαλα, δεν έχω = Δεν υπάρχει τίποτα
Παραντουρώ = Παραπατώ μεθυσμένα
Παρατρούλιασα = Αφαιρέθηκα, κόλλησα
Παρπέλα = Βλεφαρίδα
Περάντης = Σύρτης της πόρτας
Περούλιο = Αφηρημένο
Πεσκίρι = Πετσέτα
Πητυά = Μαγιά από γάλα κατσίκας
Πίζουλος = Παράξενος, ιδιότροπος
Πίκουπα = Ανάποδα τοποθετημένο
Πορτοσιά = Είσοδος
Πουζού = Τσέπη
Πουντί = Εξώστης
Προστελάκι = Σαλιάρα παιδική
Προπέρνω = Αρχίζω πρώτος
Πυξάρι = Κλαδιά σκίνου που φυτεύουμε
Pεγκλότα = Δαμάσκηνο
Pεμπαγό = Ξύλινος χειραγωγός σε κάγκελα
Σακκελίζω = Στραγγίζω
Σαλαγιάζω = Ησυχάζω
Σάλευγε = Κουνήσου
Σένια = Μαξιλαροθήκη
Σικλιά = Κουβάδες
Σκαλότρυπο = Τρύπα στον τοίχο
Σκοντοβολώ = Βαδίζω σε δρόμους σκοτεινούς
Σκορπαλευράς = Σπάταλος
Σκουρδουλιάζω = Ττρώγω με βουλιμία
Σκουλόπετρα = Σαρανταποδαρούσα
Σουλουμάς = Είδος καλλυντικού
Σπαθινάκι = Αγριολούλουδο, υάκινθος
Σπαρτάρα μου = Ψυχή μου
Σπουρδώ = Σπαράζω
Στακωμένο = Δεμένο βιβλίο
Σταμένια = Τζαμαρία
Στραβελιά = Τρικλοποδιά
Σύγχριστος = Λερωμένος
Συχνωτεύω = Συναναστρέφομαι
Στοκώνω = Τρώγω πολύ
Tαμπουράς = Μεγάλη κολοκύθα κίτρινου χρώματος
Tαντανίζω = Ταρακουνώ
Τετρακάντουνη = Τετράπαχη
Tζιτζιλόμος = Ιδιότροπος, ψηλομύτης
Tουρβάς = Αγροτικό σακίδιο
Tραμπούκα = Πήλινο τουμπελέκι
Τρικό = Φανελάκι με τιράντα
Tσάγρα = Φάκα
Τσαλαπατώ = πατώ κατά λάθος ή άτσαλα
Τσαλαχάς λάλε α πα πεεις = Αεράτσι που φυσάς τσε τη πόρτα τσαλαχάς.(Που την κουνάς δηλαδή).
Tσεπράδα = Φακίδα του δέρματος
Tσιρλιπιτό = Η διάρροια
Tσιγκρώνω = Ρυτιδώνω το πρόσωπό μου
Tσιτώ = Αναπηδώ
Tσίτος = Χιώτικο παιχνίδι με κέρματα
Tσούμπα = Τσουλούφι
Tσουμπάρι = Κορυφή
Tσουνεύγω = Κλωτσώ
Φαντίνα = Κορίτσι έτοιμο για παντρειά
Φηκιάζω = Μεταφυτεύω
Φλισκάρι = Ποιότητα μαστίχας
Φουντάνα = Δεξαμενή για βρόχινο νερό
Φταρμίζω = Ματιάζω
Xολοπερεχύθηκα = Κατατρόμαξα
Ψαθούρι (το) = Οι δίπλες, το γλυκό
Ωχωνούς = Γρήγορα